Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Το dress-code του ελληνικού κρασιού


Τυπογράφοι, χαρτέμποροι, γραφίστες και ερασιτέχνες καλλιτέχνες συνδιαμορφώνουν την εικόνα του ελληνικού κρασιού μέσα από τις ετικέτες που σχεδιάζουν για τα ελληνικά κρασιά.

Όσο βελτιώνεται το περιεχόμενο των φιαλών που φιλοξενούν ελληνικά κρασιά, τόσο πιο πολύ αναδεικνύονται τα προβλήματα που προκύπτουν από την έλλειψη συλλογικότητας σε επίπεδο παραγωγής, προώθησης και εμπορίας. Για παράδειγμα στα Διονύσια που μόλις ολοκληρώθηκαν (περισσότερα την επόμενη εβδομάδα), μου προξένησε εντύπωση το γεγονός ότι ενώ οι οινοπαραγωγοί της Σαντορίνης έκαναν μια πολύ δυναμική εμφάνιση, όλοι και όλοι μαζί, προφανώς αδυνατούν να τα βρουν μεταξύ τους σε ουσιαστικά θέματα… ουσίας.

Μου φαίνεται λόγου χάρη αδιανόητο να μην έχουν ακόμα καταλήξει μεταξύ τους οι οινοποιοί της Σαντορίνης για το τι είδους κρασί πρέπει να είναι το «Νυχτέρι». Ένα συλλογικό εμπορικό σήμα, το οποίο όλοι ή σχεδόν όλοι χρησιμοποιούν, ωστόσο άλλος έτσι και άλλος αλλιώς. Δοκίμασα διαμετρικά αντίθετης φιλοσοφίας μεταξύ τους Νυχτέρια που τελικά αναιρούν την ίδια την ύπαρξη της μάρκας. Είναι ή δεν είναι κρασί «οξειδωτικού» χαρακτήρα; Αποφασίστε επιτέλους! (Ο συνεταιρισμός, πάντως, για να είναι σίγουρος παράγει και τις δύο εκδοχές).

Επίσης, τα περίφημα Vinsanto: είναι δυνατόν μερικά να είναι πεντακάθαρα (οινολογικά) και άλλα πνιγμένα στην πτητική; Αν η πτητική οξύτητα αποτελεί μέρος της γοητείας των Vinsanto (ελπίζω όχι), αυτό πρέπει κάπως να επικοινωνηθεί και να το ξέρει ο καταναλωτής προτού αγοράσει τη φιάλη (που είναι πλέον και αρκετά ακριβή). Σε αντίθετη περίπτωση, οι παραγωγοί του νησιού ας βρουν τρόπους να μην κυκλοφορούν τέτοια Vinsanto στην αγορά.

Η έλλειψη ενιαίου στυλ ή οινολογικής άποψης δεν περιορίζεται φυσικά στον σαντορινιό αμπελώνα. Η περιοχή της Νεμέας κατέχει τα πρωτεία στο «πάμε στα τυφλά κι όπου μας βγάλει», ενώ το πρώτο βραβείο της ποικιλίας-που-δεν-ξέρει-πού-πάει κερδίζει παμψηφεί η μαλαγουζιά, η αδιαμφισβήτητη ροζ star του ελληνικού αμπελώνα που έχει πάει (ή έχει φυτευτεί, αν προτιμάτε) παντού και με τους πάντες.

Ένα άλλο φαινόμενο που αποτυπώνει το αλαλούμ που επικρατεί στην επικοινωνία του ελληνικού κρασιού είναι οι φιάλες και οι ετικέτες τους. «Λογικά» (εντός εισαγωγικών γιατί λογική δεν υπάρχει) θα έπρεπε όλες οι Νάουσες να κυκλοφορούν σε φιάλες τύπου Βουργουνδίας και όλες οι Νεμέες σε φιάλη τύπου Μπορντό. Οι Σαντορίνες δεν θα ήταν άσχημα να είναι σε φιάλες τύπου Αλσατίας (όπως κάνουν και οι Αυστριακοί) ώστε να προϊδεάζεται ο αγοραστής για τον ορυκτώδη χαρακτήρα που θα βρει στο κρασί. Τα παραπάνω δεν είναι παλιομοδίτικες εμμονές αλλά σεβασμός στην τεράστια παράδοση του ευρωπαϊκού αμπελώνα και στα στυλ που γέννησε (και καλό μάρκετινγκ).

Στα Διονύσια ο Συνεταιρισμός της Σαντορίνης παρουσίασε τις νέες ετικέτες των κρασιών του, σχεδιασμένες από Καναδό, με στόχο τις ξένες αγορές. Είναι αυτό που λέμε «λιτές»: η προέλευση, το όνομα και ο τύπος του κρασιού εμφανίζονται με μεγάλα γράμματα σε ασημένιο φόντο, το οποίο προφανώς συμβολίζει τον «mineral» χαρακτήρα του κρασιού. Από μόνες τους οι νέες ετικέτες είναι άψογες· είναι, ωστόσο, «Σαντορίνη»; Γιατί υπάρχει, θα πείτε, αισθητική «Σαντορίνη»; Δεν ξέρω αν υπάρχει, αλλά ξέρω πως θα έπρεπε να υπάρχει. Όπως υπάρχει αισθητική «Μπορντό», «Βουργουνδία», «Αλσατία», αλλά και «Γερμανία», «Αυστρία» και «Ελβετία», η οποία έχει, ειρήσθω εν παρόδω, τις πιο ωραίες και παράξενες ετικέτες. Είναι δυνατόν να μιλάμε για χιλιάδων χρόνων παράδοση στα ελληνικά κρασιά και αυτή να μην αντικατοπτρίζεται ούτε στο ελάχιστο στο ντύσιμό τους;

Δεν υποστηρίζω τη θέσπιση κάποιας ομοιομορφίας στις ετικέτες των ελληνικών κρασιών (ούτε φυσικά μια επιστροφή στο φοκλόρ της δεκαετίας του ’70) αλλά θα ήθελα ένα «ντύσιμο», όπως λέμε στη γλώσσα του κρασιού, που να αντικατοπτρίζει αυτό που θα βρεις μέσα στη φιάλη και να σε προϊδεάζει για τις «βασικές αρχές» του κρασιού που θα πιείς. 

Δεν είναι τυχαίο πως παρόμοια σύγχυση στην αισθητική των φιαλών και των ετικετών παρατηρείται μόνο σε περιοχές που ψάχνονται ακόμα οινολογικά, είτε αυτές βρίσκονται στον «Παλαιό» είτε στο «Νέο» κόσμο.
Είναι λοιπόν καιρός τουλάχιστον κάποιες περιοχές ή κάποιοι τύποι ελληνικών κρασιών που έχουν ήδη βρει το γευστικό τους δρόμο, να αποκτήσουν και κοινή ταυτότητα.

Ντίνος Στεργίδης www.fnl-guide.com