Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Οι αρχαίες Ελληνικές διάλεκτοι




Κατάταξη, γεωγραφική τοποθέτηση και χαρακτηριστικά των αρχαίων Ελληνικών διαλέκτων

Οι αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι κατατάσσονται συνήθως σε τέσσερις μεγάλες ομάδες...
Ιωνική, Αρκαδική,Αιολική και Δυτική Ελληνική.


Κατά καιρούς έχουν βέβαια προταθεί εναλλακτικές ταξινομήσεις.


α. Ιωνική
Πρόκειται για τη διάλεκτο του φύλου των Ιώνων, το οποίο κατά τη 2η π.Χ. χιλιετία φέρεται εγκατεστημένο σε εκτεταμένα τμήματα της νοτιότερης ηπειρωτικής Ελλάδας. Αργότερα απωθήθηκαν ή αφομοιώθηκαν από άλλα φύλα για να περιοριστούν τελικά στην Αττική και την Εύβοια.

Εγκαταστάθηκαν επίσης στο μεγαλύτερο μέρος των Κυκλάδων (εκτός των νησιών Ανάφης, Θήρας, Φολεγάνδρου, Μήλου και Κιμώλου), σε τμήμα της Δωδεκανήσου (Πάτμος, Λέρος), στη Σάμο, την Ικαρία και τη Χίο, και τέλος στις απέναντι μικρασιατικές ακτές (Ιωνία) ιδρύοντας αρκετές πόλεις, με σημαντικότερες τη Μίλητο και την Έφεσο.

Οι ευβοϊκές πόλεις, και κυρίως η Χαλκίδα και η Κύμη, ανέπτυξαν έντονη αποικιστική δραστηριότητα ιδρύοντας αποικίες στη
Χαλκιδική (το όνομα της χερσονήσου προέρχεται από το όνομα της μητρόπολης Χαλκίδας)
και στη Μεγάλη Ελλάδα (Κάτω Ιταλία-Σικελία).
Ιωνικές αποικίες ιδρύθηκαν επίσης στις ακτές της Μακεδονίας και της Θράκης (Θάσος, Άβδηρα, Μαρώνεια κλπ.), στις νότιες ακτές της Γαλατίας (σημερινής Γαλλίας) με σημαντικότερη τη Μασσαλία, και στις ανατολικές ακτές της Ιβηρικής χερσονήσου και στις ακτές του Ευξείνου Πόντου, όπου κυριάρχησε με την αποικιστική της δραστηριότητα η Μίλητος.

Παρακλάδι της ιωνικής είναι η αττική διάλεκτος, η οποία παρά τη σαφή ιωνική καταγωγή της εμφανίζει αρκετές ιδιαιτερότητες που της προσδίδουν ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα στα πλαίσια της ιωνικής ομάδας.

Η ιωνική των Κυκλάδων («κεντρική» ιωνική) πλησιάζει περισσότερο τη μικρασιατική («ανατολική») ιωνική, ενώ η ιωνική της Εύβοιας («δυτική» ιωνική) πλησιάζει περισσότερο την αττική.

Μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά της ιωνικής ομάδας είναι: Τροπή του παλαιού μακρού α σε η (= μακρό ε): φᾱ́μα > φήμη, νᾶσος > νῆσος, δᾶμος > δῆμος. Σίγηση του φθόγγου που συμβολιζόταν με το γράμμα F(δίγαμμα): Fέργον > ἔργον, Fοῖκος > οἶκος. Τροπή της συλλαβής τι σε σι: δίδωσι, εἴκοσι, διακόσιοι (αντίστοιχα δωρικά: δίδωτι, Fίκατι, διακάτιοι). Κλίση του πληθυντικού των προσωπικών αντωνυμιών ως εξής: ἡμέες ἡμέων ἡμέας (αττικά με συναίρεση ἡμεῖς ἡμῶν ἡμᾶς). Απαρέμφατα σε -ναι: εἶναι, τιθέναι, λελυκέναι.
Τα δύο τελευταία χαρακτηριστικά η ιωνική τα μοιράζεται με την αρκαδική. Ειδικότερα η αττική διάλεκτος εμφανίζει τροπή του διπλού σ σε ττ (θάλαττα, φυλάττω), τροπή του συμπλέγματος ρσ σε ρρ (θάρσος > θάρρος, ἄρσεν > ἄρρεν), συναίρεση των εα, εο, εω σε η,ου, ω αντίστοιχα (γένεα > γένη, φιλέομεν > φιλοῦμεν, γενέων > γενῶν) κλπ.

Αττική διάλεκτος, ιωνική διάλεκτος και κοινή

Για λόγους που σχετίζονται, καταρχήν τουλάχιστον, με την οικονομική διείσδυση και τη συνακόλουθη στρατιωτική και αργότερα πολιτιστική υπεροχή της Αθήνας, η αττική διάλεκτος απέκτησε μεγάλο κύρος ως γλώσσα πολιτισμού, εκτοπίζοντας από τον χώρο του γραπτού πεζού λόγου την ιωνική.
H επίδραση όμως της αττικής στην ιωνική είναι αμφίδρομη: η μακροχρόνια συνύπαρξη και ο εκτεταμένος γεωγραφικά χώρος επαφής, το βάρος της ιωνικής γραμματείας, είχαν ως αποτέλεσμα τη διείσδυση (ή την υιοθέτηση) αρκετών στοιχείων της ιωνικής, τα οποία χρωμάτισαν καθοριστικά την κοινή στη φωνολογία, τη μορφολογία, τη σύνταξη και το λεξιλόγιο.

Η κοινή έχει διαμορφωθεί στην Αθήνα με βάση μια συντηρητικότερη μορφή αττικής, εκείνης των μορφωμένων στρωμάτων, με αρκετά ιωνικά στοιχεία.

Αυτή η γλωσσική μορφή, ως όργανο του μακεδονικού και όλων των ελληνιστικών βασιλείων μετέπειτα, θα εκτοπίσει τις τοπικές διαλέκτους από τον γραπτό λόγο και θα επηρεάσει σε μεγάλο -κατά περίπτωση- βαθμό και τον προφορικό. Όλα τα νεοελληνικά ιδιώματα έχουν ως βάση, σε μικρότερο ή σε μεγαλύτερο ποσοστό, την κοινή.

β. Αρκαδική (και κυπριακή) ή αρκαδοκυπριακή
Η διάλεκτος του φύλου των Αρκάδων.

Η διάλεκτος αυτή, η οποία κατά τη μυκηναϊκή εποχή φαίνεται ότι μιλιόταν σε σημαντικά μεγαλύτερη έκταση, με τη λεγόμενη «κάθοδο των Δωριέων» περιορίστηκε στο εσωτερικό της Πελοποννήσου.
Αρκαδόφωνοι πληθυσμοί εγκαταστάθηκαν κατά τον 11ο π.Χ. αι. στην Κύπρο, η διάλεκτος της οποίας, παρά τη γεωγραφική αποκοπή της από την Αρκαδία, εμφανίζει σαφή συγγένεια με τη διάλεκτο της τελευταίας.
Η κυπριακή διάλεκτος υπήρξε η μόνη αρχαία ελληνική διάλεκτος των ιστορικών χρόνων, η οποία αποδόθηκε γραπτώς όχι όπως οι υπόλοιπες, με κάποια παραλλαγή του ελληνικού αλφαβήτου, αλλά με μια συλλαβογραφική γραφή, ατελή για την απόδοση της ελληνικής γλώσσας, γνωστή ως κυπριακό συλλαβάριο.

Η γραφή αυτή συγγενεύει με τη μυκηναϊκή γραμμική Β΄ γραφή και η χρήση της εγκαταλείφθηκε τον 4ο π.Χ. αι. μαζί με τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου στις επιγραφές.

Η αρκαδοκυπριακή ομάδα εμφανίζει σημαντικά και παλαιά κοινά στοιχεία με την ιωνική ομάδα, και στενή συγγένεια με την ελληνική των μυκηναϊκών κειμένων, χωρίς να είναι σαφής η ακριβής σχέση μεταξύ τους.

Στην αρκαδοκυπριακή ομάδα περιλαμβάνεται συνήθως και η παμφυλιακή, η διάλεκτος των ελληνικών αποικιών της Παμφυλίας στις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας απέναντι από την Κύπρο.

Η διάλεκτος αυτή εμφανίζει και δωρικές προσμείξεις.

Μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά της αρκαδοκυπριακής είναι: Διατήρηση του παλαιού μακρού α (βλ. πιο πάνω). Διατήρηση του φθόγγου που συμβολίζεται με το F(βλ. πιο πάνω). Οι παλαιοί φθόγγοι *r̥ και *m̥ τράπηκαν σε ορ/ρο και ο αντίστοιχα (αντί αρ/ρα και α): τέτορτος,δέκοτος (αττ. τέταρτος, δέκατος).
Τροπή της συλλαβής τι σε σι (π.χ. φέροντι > φέρονσι). Τροπή του ληκτικού ο σε υ (προφ. u): ἄλλυ, γένοιτυ κλπ. Κατάληξη -ής αντί -εύς (ἰερής = ἱερεύς). Κλίση των «συνηρημένων ρημάτων» κατά τα εις -μι (π.χ. πόημι = ποιέω/ῶ). Καταλήξεις της μέσης φωνής -τοι και -ντοι (αντί -ται,-νται, π.χ. κεῖτοι = κεῖται, διαδικάσωντοι = διαδικάσωνται). Απαρέμφατα σε -ναι (βλ. πιο πάνω). Ο σύνδεσμος κάς = καί. Προθέσεις: πός = πρός, ἀπύ = ἀπό, ὀν = άνά κλπ.

γ. Αιολική
Η διάλεκτος του φύλου των Αιολέων, η οποία κατά τους ιστορικούς χρόνους μιλιόταν στη Βοιωτία, τη Θεσσαλία, τη Λέσβο και τις απέναντι μικρασιατικές ακτές (την «Αιολίδα»).

Εμφανίζει αρκετά κοινά στοιχεία με την αρκαδική, γι' αυτό και παλαιότερα περιλαμβανόταν από τους επιστήμονες μαζί με την τελευταία σε μια ευρύτερη ομάδα, την οποία ονόμαζαν αχαϊκή. Σήμερα γίνεται γενικά δεκτό ότι πρόκειται για δύο ξεχωριστές ομάδες.

Σημαντικά κοινά στοιχεία εμφανίζουν επίσης η βοιωτική και η θεσσαλική αιολική με τις δυτικές ελληνικές διαλέκτους (δηλ. τις δωρικές με την ευρύτερη έννοια). Μερικά από τα χαρακτηριστικά της αιολικής ομάδας είναι: Διατήρηση του παλαιού μακρού α (βλ. πιο πάνω). Οι παλαιοί φθόγγοι *r και *m̥ τράπηκαν σε ορ/ρο και ο αντίστοιχα (αντί αρ/ρα και α): στρότος, βρόχυς,δέκο, ἑκοτόν.

Οι παλαιοί χειλοϋπερωικοί φθόγγοι εξελίχθηκαν πριν από πρόσθια φωνήεντα σε χειλικούς (και όχι σε οδοντικούς όπως στην ιωνική και τη δυτική ελληνική): πέτταρες/πέσυρες (αττικά τέτταρες, δωρικά τέτορες = τέσσερις), Βελφοί = Δελφοί, Πετθαλοί/Φετταλοί = Θεσσαλοί, φήρ = θήρ, πέμπε = πέντε. Δοτική πληθυντικού της γ΄ κλίσης σε -εσσι: παίδεσσι = παισί (ὁ παῖς). Κλίση, μόνο στη λεσβιακή και στη θεσσαλική, των «συνηρημένων ρημάτων» κατά τα εις -μι: κάλημι, ἀξίωμι (καλέω/ῶ, ἀξιόω/ῶ). Μετοχή ενεργητικού παρακειμένου σε -ων (γενική -οντος) αντί σε -ώς/ -ότος: ἐπεστᾱ́κοντα = αττ. ἐφεστηκότα. Απαρέμφατα σε -μεν(αι) αντί -ναι (ἦμεν/εἶμεν/ἔμμεν(αι) = εἶναι, τιθέμεν = τιθέναι). Το αριθμητικό ἴα = μία. Προθέσεις: ἀπύ = ἀπό, πεδά = μετά, ὀν = ἀνά κλπ.

δ. Δυτική ελληνική ή Δωρική (με την ευρύτερη έννοια)
Η διάλεκτος των Δωριέων, του αρχαίου ελληνικού φύλου, στην κάθοδο του οποίου προς νότο (η «κάθοδος των Δωριέων») αποδίδεται παραδοσιακά η κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού κατά το 12ο π.Χ. αι.

Δωριείς εγκαταστάθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου (πλην της Αρκαδίας) και στην περιοχή των Μεγάρων απωθώντας, υποτάσσοντας ή αφομοιώνοντας παλαιότερους ελληνόφωνους πληθυσμούς.

Δυτικού τύπου διάλεκτοι μιλιόνταν και σε ολόκληρη την ηπειρωτική βορειοδυτική Ελλάδα (Ήπειρος και σημερινή Στερεά Ελλάδα: Φωκίδα/Δελφοί, Λοκρίδα, Φθιώτιδα, Αιτωλία, Ακαρνανία).

Οι τελευταίες περιλαμβάνονται από τους γλωσσολόγους σε μια ιδιαίτερη υποομάδα, την οποία ονομάζουν βορειοδυτική, η οποία εμφανίζει χαρακτηριστικούς αλλά όχι παλαιούς νεωτερισμούς και επομένως θεωρείται ως το αποτέλεσμα νεότερων εξελίξεων.
Σε αυτήν περιλαμβάνονται συνήθως και οι διάλεκτοι της Ηλείας και της Αχαΐας.

Δωριείς εγκαταστάθηκαν και στην Αίγινα, σε νησιά των Κυκλάδων (Μήλος, Θήρα κλπ.), στα περισσότερα νησιά των Δωδεκανήσων (Ρόδος, Κως, Κάρπαθος κ.ά.) και στην Κρήτη. Επίσης ίδρυσαν αποικίες στην απέναντι από τα Δωδεκάνησα μικρασιατική ακτή (Αλικαρνασσός, Κνίδος κλπ.), στη βόρειο Αφρική (Κυρήνη κλπ.) και τη Μεγάλη Ελλάδα.

Ορισμένες δωρικές πόλεις της μητροπολιτικής Ελλάδας, όπως η Κόρινθος, τα Μέγαρα και η Ρόδος, ανέπτυξαν έντονη αποικιστική δραστηριότητα ιδρύοντας πολλές αποικίες κυρίως στις ακτές του Ιονίου και τη Σικελία (Κέρκυρα, Συρακούσες, Γέλα, Σελινούς, Ακράγας κλπ.), ενώ δωρικές αποικίες υπήρξαν η Ποτίδαια στη Χαλκιδική (της Κορίνθου) και το Βυζάντιο, δηλ. η μετέπειτα Κωνσταντινούπολη (των Μεγάρων).

Τέλος, διάλεκτο δυτικού τύπου πιθανότατα μιλούσαν και οι Μακεδόνες, αν και τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν ακόμη τη σαφή κατάταξη της μακεδονικής.

Μερικά βασικά χαρακτηριστικά της δυτικής ελληνικής, της συντηρητικότερης από τις ομάδες των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων, είναι: Διατήρηση του παλαιού μακρού α: φᾱ́μᾱ= φήμη, νᾶσος = νῆσος, ἀρχᾱ́ = ἀρχή. Διατήρηση της συλλαβής τι: πρᾱ́σσοντι = πράττουσι, δίδωτι = δίδωσι, διακάτιοι = διακόσιοι. Πληθυντικός του οριστικού άρθρου τοί, ταί (= οἱ, αἱ). Κατάληξη -μες του α΄ προσώπου πληθυντικού των ρημάτων: ἔχομες = ἔχομεν. Αόριστος σε -ξα των ρημάτων σε -ζω: ἐψᾱ́φιξα = ἐψήφισα, ἐκόμιξα = ἐκόμισα. Απαρέμφατα σε -μεν: ἦμεν/εἶμεν = εἶναι, διδόμεν = διδόναι, στᾶμεν = στῆναι, γραφῆμεν = γραφῆναι. Μέλλοντας σε -σέω: δωσέω = δώσω. Διάφορα: πρᾶτος = πρῶτος, τέτορες = τέτταρες, οι αντωνυμίες τύ = σύ και τῆνος = ἐκεῖνος, το δυνητικό μόριο κα = ἄν, η πρόθεση ποτί = πρός κλπ.


Οι αρχαίες Ελληνικές διάλεκτοι