Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Τουρισμός και Περιβάλλον


Του ΦΩΤΗ ΚΟΚΟΤΟΥ (*)

Ο Τουρισμός φαίνεται στα μάτια πολλών συμπολιτών μας σαν μία επιδρομή στις παρθένες ακρογιαλιές και βουνοπλαγιές μας, μια ρύπανση μ' εκατομμύρια πλαστικά, ή μια όχληση με μπαράκια, μηχανάκια, τζετ-σκι κ.ο.κ. Δεν είναι τελείως αβάσιμες αυτές οι απόψεις, καθώς πολλά περιβαλλοντικά εγκλήματα έχουν διαπραχθεί στο όνομα της «τουριστικής ανάπτυξης» ή χρησιμοποιώντας αυτήν σαν δικαιολογία και εφαλτήριο για τον προσωπικό πλουτισμό εις βάρος του φυσικού περιβάλλοντος.  Ο Τουρισμός, όμως, αποτελεί πυλώνα της Ελληνικής οικονομίας και βασική ελπίδα για την ανάπτυξη και ευμάρεια της Ελληνικής περιφέρειας, ενώ σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο αποτελεί τον καλύτερο πρεσβευτή της ειρήνης και της καλής γειτονίας, για να γνωρίζονται οι άνθρωποι μεταξύ τους και να αναπτύσσουν αγαστές σχέσεις. Είναι ευθύνη όλων μας να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα και να συμμετάσχουμε ενεργά στην αποκατάσταση των λαθών του παρελθόντος. Είναι εξόχως σημαντικό όλοι να συνειδητοποιήσουμε πως η ορθή προστασία του περιβάλλοντος ξεκινά από τις αποφάσεις που λαμβάνουμε σαν κοινωνία συνολικά και σαν πολίτες ατομικά.

Στο θεσμικό επίπεδο, όλα ξεκινούν από το Γενικό Χωροταξικό Σχέδιο (ΓΧΣ) για την ανάπτυξη της χώρας και του αντίστοιχου Ειδικού Πλαισίου για τον Τουρισμό. Σε αυτά τα σχέδια πρέπει εξ αρχής να γίνεται η επιλογή των περιοχών εκείνων, χερσαίων και υδάτινων, όπου απαγορεύεται οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα πέραν εκείνης που αποσκοπεί στην προστασία τους. Μιλάμε για τους εθνικούς δρυμούς, τα εθνικά πάρκα, τα εθνικά μνημεία, οι περιοχές Natura, και οτιδήποτε άλλο θέτει μια περιοχή εκτός οικονομικής συναλλαγής, ώστε να προστατευθεί για πάντα προς όφελος των επερχόμενων γενεών. Όλοι μας θέλουμε οι περιοχές αυτές να είναι όσο το δυνατόν πιο εκτεταμένες και η προστασία τους όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματική και ευρεία. Από εκεί και πέρα, τα ΓΧΣ εκφράζουν τη συνολική πολιτική της κοινωνίας τις υπόλοιπες περιοχές: γεωργία και αλιεία, οικιστικές και βιομηχανικές περιοχές, μεταφορικές και διαμετακομιστικές υποδομές, εξοχική κατοικία και τουρισμός. Όλα πρέπει να τύχουν ολοκληρωμένης και ισορροπημένης αντιμετώπισης στα πλαίσια των προτεραιοτήτων που θέτουμε όλοι μας για την ανάπτυξη και την ευημερία.
Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ), κ. Ανδρέας Ανδρεάδης, έχει πολλάκις επισημάνει ότι η επένδυση στην προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί επένδυση στο μέλλον του Τουρισμού και κατʼ επέκταση στην οικονομική μας ευημερία. Η παρατήρηση αυτή, όσο προφανής και αν φαίνεται, έχει ήδη γίνει βίωμα των μεγάλων επενδυτών του κλάδου. Ο ΣΕΤΕ, ως ο σοβαρότερος εκπρόσωπος του Ελληνικού Τουρισμού, έχει στο ενεργητικό του σειρά εξαιρετικών μελετών που έχουν πολλάκις αποτελέσει τη βάση των συζητήσεων και των προβληματισμών, και άρα είναι ο ιδανικός φορέας για τη διαμόρφωση της πολιτικής του κλάδου. Οι μελέτες του Συνδέσμου για την περιβαλλοντική συνείδηση και δράση των τουριστικών επιχειρήσεων αποτελούν την αρχή μίας ευρύτερης δραστηριοποίησης του κλάδου σε περιβαλλοντικά ζητήματα. 
Οι πραγματικοί επαγγελματίες του Τουρισμού είναι αυτοί που ντρέπονται για την κατάσταση των αεροδρομίων, των λιμανιών, των δρόμων και των χωματερών μας και βέβαια φροντίζουν να φτιάχνουν όμορφα και λειτουργικά έργα με κοινωνική ευθύνη και προσφορά, με προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας, μείωσης αποβλήτων, σοβαρά τμήματα ανθρώπινων πόρων κ.ο.κ. Ο σωστός τουριστικός επαγγελματίας λέει «καλημέρα» σε κάθε ξένο που συναντά, μαζεύει τα σκουπίδια που λερώνουν τον τόπο του, μιλά με υπερηφάνεια για τα κτήματα του παππού του και τις καλλιέργειές του, τρώει το φαγητό του τόπου του και μαθαίνει την πολιτισμική του παράδοση. Διδάσκει δε τους ξένους για την ιστορία και τη γλώσσα, τον αρχαίο και σύγχρονο πολιτισμό, γνωρίζοντας αρκετές ξένες γλώσσες και άψογα την Ελληνική. Νιώθει υπερήφανος που δουλεύει στον Τουρισμό και αποτελεί εξαίρετο πρεσβευτή του Ελληνισμού στα πέρατα του κόσμου.
Η Ελλάδα, όμως, μια χώρα με υπέροχο φυσικό περιβάλλον και εξαιρετικό κλίμα, είναι ακόμα δέσμια του μαζικού τουρισμού και του εποχικού μοντέλου «ήλιος & θάλασσα», οπότε οι υποδομές μας δοκιμάζονται τα καλοκαίρια και υπολειτουργούν τον υπόλοιπο χρόνο. Αυτές ακριβώς οι υποδομές (αεροδρόμια, λιμάνια, οδικές αρτηρίες, νοσοκομεία και κέντρα υγείας, αλλά και εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού, ΧΥΤΑ, αφαλατώσεις και λιμνοδεξαμενές) είναι που απαιτούνται για να λειτουργήσει σωστά ένας ποιοτικός τουρισμός. Οπότε, ο ΣΕΤΕ δίνει ιδιαίτερο βάρος στην ανάπτυξη των υποδομών αυτών, θεωρώντας ότι αυτές αποτελούν τη μοναδική ουσιαστική υποχρέωση της Πολιτείας για την ανάπτυξη του κλάδου, ειδικά αν παραχωρηθούν σε ιδιώτες που θα τις αναπτύξουν πολύ περισσότερο από ό,τι μπορεί το κράτος. Με αυτές τις υποδομές θα μπορούμε να αμβλύνουμε την εποχικότητα και να προσελκύσουμε εκατομμύρια επιπλέον επισκέπτες.
Εναλλακτικές και ισχυρές τουριστικές τάσεις που αναπτύσσονται παγκοσμίως και θα μπορούσαν να αμβλύνουν την εποχικότητα του τουρισμού στην Ελλάδα είναι ο τουρισμός περιήγησης και υπαίθριων δραστηριοτήτων, η παραθεριστική κατοικία, ο τουρισμός ευεξίας, το γκολφ, ο αγροτουρισμός, οι καταδύσεις, καθώς και ο γαστρονομικός τουρισμός. Σε όλα αυτά τον πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει η ιδιωτική πρωτοβουλία, και είναι λάθος να τα περιμένουμε αυτά από την Πολιτεία. Αυτό που χρειάζεται βελτίωση είναι το ρυθμιστικό και νομοθετικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν αυτές οι δραστηριότητες, ώστε να είναι ευχερέστερη η δραστηριοποίηση των ιδιωτών επενδυτών.
Ειδικά σχετικά με το γκολφ, είναι γεγονός ότι το άθλημα αυτό έχει δαιμονοποιηθεί από μερίδα της κοινωνίας, της οποίας η επιχειρηματολογία δεν υφίσταται ορθή τεκμηρίωση. Επιπροσθέτως, έχει δαιμονοποιηθεί επειδή δεν ανήκει στην Ελληνική πολιτισμική παράδοση αλλά αποτελεί συνήθεια των επισκεπτών μας. Για μας είναι μία αμιγώς οικονομικού ύφους δραστηριότητα, καθώς ελάχιστοι συμπολίτες μας ασχολούνται με αυτό ως χόμπι. Αυτό που πρέπει πρωτίστως να καταλάβουμε είναι ότι το γκολφ είναι μία οικονομική χρήση αγροτικής γης, δεν είναι για τα δάση και τους υδροβιότοπους. Εδώ συζητάμε για μία μονοκαλλιέργεια γκαζόν, όπως θα συζητούσαμε για μια μονοκαλλιέργεια βαμβακιού. Στην Ελλάδα, η συντριπτική ποσότητα νερού (85%), τεχνητών λιπασμάτων, αγροφαρμάκων και συναφών δηλητηρίων χρησιμοποιείται για καλλιέργειες οι οποίες -χωρίς τις επιδοτήσεις- δεν προσφέρουν σχεδόν τίποτα ουσιαστικό στην αγροτική κοινωνία και την οικονομία μας. Μπροστά σε αυτά, η κατασκευή μερικών γηπέδων γκολφ είναι πραγματικά σταγόνα στον ωκεανό. Στην Κρήτη, που πάνω από δύο εκατομμύρια στρέμματα είναι μονοκαλλιέργεια ελιάς, θα μπορούσαμε άνετα να έχουμε περί τα δέκα γήπεδα γκολφ, δηλαδή το πολύ 10 χιλιάδες στρέμματα γκαζόν (0,5% της ελιάς). Η χρήση μίας μικρής ποσότητας γης και φυσικών πόρων για την καλλιέργεια ενός αθλήματος που προσφέρει τεράστια οικονομική ανταπόδοση μέσω του τουρισμού έχει προφανή οφέλη που τώρα υποσκελίζονται βάναυσα.
Επειδή όμως το γκολφ, όπως και η παραθεριστική κατοικία, αναπτύσσονται μέσω οργανωμένων μεγάλων τουριστικών επενδύσεων, οι τοπικές κοινωνίες και οργανώσεις διατηρούν τις επιφυλάξεις τους γιατί φοβούνται για την αλλοίωση του χαρακτήρα τους. Αυτό που δε βλέπουν, όμως, είναι ότι οι οργανωμένες επενδύσεις γίνονται με όλες τις αναγκαίες υποδομές, με τις κατάλληλες χωροταξικές προβλέψεις, και με όλο το σεβασμό στο περιβάλλον και τη διαχείριση των φυσικών πόρων, ενώ σε όλες τις περιοχές που αφέθηκαν στις ορέξεις των τοπικών οικονομικών δυνάμεων έχουν κατασκευαστεί τερατώδεις οικισμοί χωρίς δίκτυα, χωρίς υποδομές, και χωρίς κανένα σεβασμό στο περιβάλλον. Μεγάλο μέρος του περιβαλλοντικού κινήματος επιδίδεται σε έναν λανθάνοντα συντηρητισμό, μία δογματική απαξίωση των μεγάλων επενδύσεων, επιτυγχάνοντας τα τελείως αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα γιατί αφήνει τον τόπο στο έλεος της κακής «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» όπου ο κάθε ένας χτίζει ό,τι θέλει, όπου θέλει, όπως θέλει. Είναι προς όφελος της χώρας, της οικονομίας και της κοινωνίας, εκεί που στο ΓΧΠ-Τ έχουν θεσμοθετηθεί τουριστικές χρήσεις, εκεί να γίνονται οργανωμένες τουριστικές επενδύσεις με κεντρικό σχεδιασμό, ποιότητα κατασκευής και σεβασμό του περιβάλλοντος, παρά να αφήνεται ο τόπος στο έλεος της άναρχης δόμησης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι γειτονικοί ανταγωνιστικοί προορισμοί σαν την Κύπρο, τη Μάλτα, και τη Μαγιόρκα, στηρίζουν την ανάπτυξή τους πρωτίστως στα οργανωμένα χωροταξικά και πολεοδομικά θέρετρα, με ξενοδοχεία και παραθεριστικές κατοικίες, και κατόπιν την έμφαση σε ειδικές μορφές τουρισμού: κυρίως στο άθλημα του γκολφ και δευτερευόντως στο θαλάσσιο τουρισμό και τον τουρισμό περιήγησης. Κάθε προορισμός έχει ιδιαιτερότητες που τον διαφοροποιούν από εμάς, βέβαια, αλλά αν υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθουμε από αυτούς τους επιτυχημένους προορισμούς είναι ότι πρέπει να είμαστε ελκυστικοί 12 μήνες το χρόνο και να προσφέρουμε αυτά που ζητούν οι επισκέπτες. Πρέπει να έχουμε μερικά γήπεδα γκολφ ακόμη. Πρέπει να ολοκληρωθούν οι νέοι οδικοί άξονες ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Πρέπει να επεκταθεί το καθεστώς απόσυρσης παλαιών μονάδων. Πρέπει να οριστούν ζώνες απαγόρευσης του ψαρέματος για να ανακάμψει η θαλάσσια πανίδα και να αποκτήσουμε ρεύμα καταδυτικού τουρισμού. Πρέπει οι αρχαιολογικοί μας χώροι να βελτιωθούν δραματικά. Αυτά είναι πράγματα που έχουν γίνει ήδη στους ανταγωνιστικούς προορισμούς, οι οποίοι διαθέτουν τελικά πολύ λιγότερα φυσικά προσόντα από την Ελλάδα αλλά την έχουν υποσκελίσει στον τουρισμό 12 μηνών.

(*) Ο κ. Φώτης Κοκοτός είναι επιχειρηματίας του Τουρισμού και των Κατασκευών, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (MSc) Μηχανικού Περιβάλλοντος, και υποψήφιος βουλευτής Λασιθίου με τη ΔΡΑΣΗ. Το άρθρο γράφηκε με αφορμή την ημερίδα με θέμα «Τουρισμός και Περιβάλλον» που διοργανώνει η Δημιουργία Ξανά! την Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012 στο ξενοδοχείο Λατώ του Ηρακλείου.


MERABELLO LIBRO D' ORO: Τουρισμός και Περιβάλλον