Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

50 χρόνια Τζέιμς Μποντ: Από την χειρότερη στην καλύτερη ταινία! (μέρος 3ο και τελευταίο) | θεματα , αφιερωματα | ΣΙΝΕΜΑ


Λίγες μέρες πριν την έξοδο του «Skyfall» στις αίθουσες και με την ευκαιρία του εορτασμού 50 χρόνων από την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Τζέιμς Μποντ στην οθόνη, το www.cinemag.gr ξαναβλέπει όλες τις ταινίες της μακρόβιας κατασκοπικής σειράς (24 τον αριθμό), τις βάζει σε αυστηρή αξιολογική σειρά (από την χειρότερη προς την καλύτερη) και τις συνοδεύει με κλιπάκια από τις πιο αλησμόνητες σκηνές καθεμιάς. Διαβάστε σήμερα το τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος.
8. Για τα Μάτια σου Μόνο (For Your Eyes Only, 1981)
του Τζον Γκλεν
BOX OFFICE: 195, 3 εκατομμύρια δολάρια
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΙΤΛΩΝ: Σίνα Ίστον
Οι μοναχοί των Μετεώρων έκαναν ό,τι μπορούσαν προκειμένου να εμποδίσουν τα γυρίσματα και να αποτρέψουν τον ερχομό του Τζέιμς Μποντ στην Ελλάδα. Ευτυχώς απέτυχαν, γιατί η μόνη περιπέτεια που έπεισε ποτέ τον Βρετανό κατάσκοπο να βγάλει εισιτήριο για τα μέρη μας παραμένει και μια από τις πιο αξιομνημόνευτες (αν και σταθερά υποτιμημένες).
Αφού υποβάλλει τα σέβη του στον τάφο της αδικοχαμένης του συζύγου και ξεφορτώνεται οριστικά τον μακροχρόνο αντίπαλό του, Μπλόφελντ, στον καθιερωμένο πρόλογο, ο Μποντ καλείται να αποτρέψει την κλοπή ενός πυραυλικού συστήματος που επιτρέπει στον κάτοχό του να ελέγχει την υποβρύχια πυρηνική δύναμη της Αγγλίας, γνωρίζει την γαλανομάτα Μελίνα (Κάρολ Μπουκέ), που ζητά εκδίκηση για τον χαμό των γονιών της, και κινδυνεύει από τα χέρια του Χρηστάτου (ένας απλά επαρκής Τζούλιαν Γκλόβερ) και των αντρών του.
Ο (πρώην μοντέρ) Τζον Γκλεν αναλαμβάνει για πρώτη φορά τα σκηνοθετικά ηνία και βγάζει ασπροπρόσωπο με τους ρυθμούς και την αφηγηματική σταθερότητα ένα πληθωρικό φιλμ που κατόρθωνε να προσγειώσει την μυθολογία του Μποντ από τις καρτούν εξάρσεις και το τεχνολογικό ντελίριο του «Μουνρέικερ» στις παλιές καλές μέρες της καθαρής κατασκοπείας.
Ο Μποντ ξεφορτώνεται μια και καλή τον Μπλόφελντ, λίγο πριν τους τίτλους αρχής του φιλμ
7. Δρ. Νο (Dr. No, 1962)
του Τέρενς Γιάνγκ
BOX OFFICE: 59, 6 εκατομμύρια δολάρια (παγκοσμίως)
ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΙΤΛΩΝ: Τζον Μπάρι και η ορχήστρα του
Μεγάλη μερίδα θεατών που έτυχε να γνωρίσουν τον Τζέιμς Μποντ από μεταγενέστερες ταινίες θα εκπλαγούν βλέποντας ότι η απαρχή των μακρόβιων κινηματογραφικών περιπετειών του έγινε με μια δημιουργία η οποία ελάχιστη σχέση είχε με το ύφος των υπόλοιπων φιλμ.
Τα ξέφρενα σενάρια οικουμενικής καταστροφής και οι εξεζητημένοι κακοί δεν έχουν κάνει ακόμη την εμφάνισή τους, η αφήγηση παραμένει απλή και άμεση-καμιά σχέση με τις λαβυρινθώδεις πλοκές που έμελλε να ακολουθήσουν, λεπτομέρειες όπως το αξέχαστο μουσικό μοτίβο του 007, το εναρκτήριο τραγούδι τίτλων και τα εντυπωσιακά ζενερίκ της αρχής αποτελούν ακόμη λέξεις άγνωστες, το ειρωνικό στοιχείο και το χιούμορ βρίσκονται προς το παρόν σε πρώιμη μορφή, οι τεχνολογικές καινοτομίες και τα ευφάνταστα γκάτζετς παραμένουν άφαντα, η δράση δεν έχει κοσμοπολίτικο χαρακτήρα αλλά περιορίζεται σε ένα χώρο.
Υπάρχει όμως η Μις Μάνιπενι και ο Μ, τα βότκα μαρτίνι, ο τζόγος, η αδυναμία στις όμορφες γυναίκες, τα ατσαλάκωτα σμόκιν, ένα αξέχαστο Bond girl με τα χαρακτηριστικά της Ούρσουλα Άντρες (αξέχαστη η πρώτη εμφάνισή της με λευκό μπικίνι) και πάνω απ' όλα ένας γοητευτικός και αδίστακτος πράκτορας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών που βρίσκεται στο κατόπι ενός επικίνδυνου κακοποιού γερμανοκινεζικής καταγωγής (Τζόζεφ Γουάιζμαν), ο οποίος προετοιμάζει στο εξωτικό νησιώτικο κρησφύγετό του την κατάκτηση του κόσμου.
Προσγειωμένο στα απολύτως απαραίτητα, με μια b movie αμεσότητα και απλότητα που το κάνουν να βλέπεται ευχάριστα μέχρι σήμερα και με ένα πρωταγωνιστή ο οποίος μοιάζει να γεννήθηκε για να ενσαρκώσει τον ρόλο του Μποντ, το «Δρ. Νο» θα μοιάζει πιθανόν με πρωτόλειο στα μάτια όσων θεατών μεγάλωσαν με τις υπερπαραγωγές που συνόδεψαν τα πιο κατοπινά χρόνια του Μποντ. Από εδώ όμως ξεκίνησαν τα πάντα.
Τζέιμς Μποντ και η Μις Μάνιπενι συστήνονται για πρώτη κινηματογραφική φορά.
6. Στην Υπηρεσία της Αυτής Μεγαλειότητας (On Her Majesty's Secret Service, 1969)
του Πίτερ Χαντ
BOX OFFICE: 82 εκατομμύρια δολάρια
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΙΤΛΩΝ ΤΕΛΟΥΣ: Λούις Άρμστρονγκ («We Have all the Time in the World»)
Η πρώτη και μοναδική εμφάνιση του αυστραλέζικης καταγωγής Τζορτζ Λέιζενμπι ως Μποντ, αμέσως μετά την ανακοίνωση του Σον Κόνερι ότι εγκαταλείπει οριστικά τον ρόλο, είχε την τύχη να συμπέσει με την εναρκτήρια σκηνοθετική δουλειά του Πίτερ Χαντ, πρώην μοντέρ της σειράς, ο οποίος εισήγαγε ενδιαφέρουσες στυλιστικές καινοτομίες (δράση σε αργή κίνηση, φλας μπακ) και έναν ευπρόσδεκτο ρεαλισμό.
Και παρ' όλο που ο παντελώς άχρωμος και αρτηριοσκληρωτικός Λέιζενμπι στέκει διαχρονικά ως η πιο αποτυχημένη επιλογή ηθοποιού για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, εδώ βρισκόμαστε σε μια από τις ωραιότερες ταινίες όλης της σειράς.
Το σενάριο ακολουθεί πιστότερο από ποτέ το μυθιστορηματικό υλικό του Ίαν Φλέμινγκ, τα εφέ μετριάζονται εμπρός σε ένα προσεκτικό χτίσιμο των χαρακτήρων και της πλοκής, ο Μποντ απεκδύεται τις ικανότητες υπερήρωα και αποκτά ανθρώπινη και τρωτή υπόσταση, ο Τέλι Σαβάλας προσθέτει άλλη μια αξιομνημόνευτη ενσάρκωση του σατανικού Μπλόφελντ και η αρχοντική Νταϊάνα Ριγκ είναι μάλλον το καλύτερο κορίτσι που έχει συνοδέψει ποτέ τον πράκτορα στις κινηματογραφικές περιπέτειές του.
Το αδιαφιλονίκητο δέλεαρ της ταινίας, όμως, βρίσκεται μάλλον στο θαρραλέο της φινάλε. Εκεί όπου η τυπική πρακτορική περιπέτεια συναντά έναν γνήσια τραγικό και απελπισμένο επίλογο, το Κακό θριαμβεύει για πρώτη (και τελευταία) φορά σε ταινία Μποντ και ο Λούις Άρμστρονγκ είναι αδύνατο να σε αφήσει ασυγκίνητο, ερμηνεύοντας ένα από τα δυο-τρία ομορφότερα κομμάτια της σειράς.
Ο Τζέιμς Μποντ σώζει από πνιγμό την Τρέισι (Νταϊάνα Ριγκ) στην εναρκτήρια σκηνή δράσης του φιλμ
5. Skyfall (2012)
του Σαμ Μέντες
BOX OFFICE: -
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΙΤΛΩΝ: Adele
Το 2006 ο σκηνοθέτης Μάρτιν Κάμπελ («Επιχείρηση Χρυσά Μάτια») και ένα τρίο ικανότατων σεναριογράφων ανέλαβαν να ανανεώσουν μια κινηματογραφική μυθολογία η οποία μετρούσε όχι μόνο κάμποσες πολύπαθες δεκαετίες στην πλάτη της αλλά και αρκετές περιπτώσεις ταινιών στις οποίες η εμπορική απήχηση δεν συμβάδιζε πάντα με την καλύτερη ποιότητα.
Το «Καζίνο Ρουαγιάλ» κατόρθωσε να επαναδρομολογήσει δυναμικά τη μυθολογία του προσφιλούς Βρετανού πράκτορα, προσδίδοντάς της γνήσιο τσαγανό όπως και ένα συναισθηματικό και ψυχολογικό βάθος που ουδέποτε είχε. Πάνω σε αυτό ακριβώς το δίπτυχο δουλεύει και ο Σαμ Μέντες για λογαριασμό της 23ης επίσημης περιπέτειας Μποντ.
Μοναδικός βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης (κέρδισε το αγαλματίδιο το 1999 για το «American Beauty») που έχει ποτέ αναλάβει ταινία της σειράς, ο Μέντες προσφέρει ένα στιβαρό πάντρεμα του θεάματος και του περιεχομένου, πραγματοποιεί άφθονα κλεισίματα του ματιού στο παρελθόν του ήρωα, φροντίζοντας όμως να τον αντιμετωπίσει με τον πραγματισμό του σήμερα, διαλέγει ως απολαυστικό κακό έναν εξαιρετικό Χαβιέ Μπαρδέμ και ρίχνει μεγάλο βάρος στο ανθρώπινο στοιχείο.
Στο «Skyfall» θα συναντήσει, λοιπόν, κανείς τις κοσμοπολίτικες περιηγήσεις και τους απίθανους ηρωισμούς του Μποντ, θα εκπλαγεί ακόμη περισσότερο, ωστόσο, βλέποντας τον αλλοτινό αλώβητο υπερκατάσκοπο να φανερώνει ευάλωτες και απρόσμενα εσωτερικές πλευρές του ή την ιστορία να μεταχειρίζεται αναπάντεχα σύνθετες θεματικές.
Εναλλάσσοντας εντυπωσιακές σεκάνς δράσης (όπως το εναρκτήριο κυνηγητό ή μια θαυμάσια νυχτερινή συμπλοκή σε έναν από τους ψηλότερους ορόφους ενός ουρανοξύστη) με σκηνές που βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις μεστές συνδιαλλαγές μεταξύ των χαρακτήρων, ο Μέντες απομακρύνει τα πολυδοκιμασμένα και εξαντλημένα τρικ των παλιότερων δημιουργιών Μποντ για να εστιάσει σε μια αφήγηση στρωτή και σε μια σειρά από μικρές αλλά αιφνίδιες καινοτομίες που είναι καλύτερο καθένας θεατής να ανακαλύψει μόνος του.
Κι αυτό που προσφέρει στους θαυμαστές μιας τόσο εμβληματικής φιγούρας του σινεμά περιπέτειας, μετά από πενήντα χρόνια κινηματογραφικής ζωής, είναι η ευκαιρία να δουν τον αγαπημένο τους πράκτορα να μεταμορφώνεται επιτέλους σε ένα πλάσμα πολλών και μυστήριων διαστάσεων. Το «Skyfall» γίνεται μια τονωτική ένεση κατευθείαν στην καρδιά ενός ήρωα και μαζί μιας ολόκληρης φιλμικής εποποιίας.
O Σίλβα (Χαβιέ Μπαρδέμ) ετοιμάζει μια δυσάρεστη έκπληξη στον Μποντ
4. Καζίνο Ρουαγιάλ (Casino Royale, 2006)
του Μάρτιν Κάμπελ
BOX OFFICE: 596, 4 εκατομμύρια δολάρια
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΙΤΛΩΝ: Κρις Κορνέλ («You Know my Name»)
Στην πρώτη του αποστολή ως 007, ο Τζέιμς Μποντ αντιμετωπίζει έναν τραπεζίτη με τρομοκρατικές διασυνδέσεις (ένας αρκούντως απειλητικός Μαντς Μίκελσεν), ερωτεύεται μια εντεταλμένη των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών (η πανέμορφη Εύα Γκριν) και γυρίζει ως επί το πλείστον πλάτη στις εξώφθαλμες κασκάντες, τις εκατόμβες πυροτεχνικών εφέ, τις εξυπνακίστικες ατάκες και τα τουριστικά πηγαινέλα που με τα χρόνια φόρτωσαν την σειρά με μια πληκτικά οικεία γραφικότητα.
Το «Casino Royale» πατά σωστά το κουμπί της επανεκκίνησης σε μια κουρασμένη μυθολογία για να μας συστήσει έναν Μποντ τραχύ και αμείλικτο στην πρακτορική σταυροφορία του, τρωτό εντούτοις μπροστά σε μια σειρά από προσωπικά διλήμματα που καλείται να αντιμετωπίσει.
Εισδύοντας σε έναν ρόλο που με τον καιρό έγινε ένα μοδάτο, υπερρεαλιστικό σύμβολο, ο Ντάνιελ Κρεγκ αφήνει, πίσω από το σχεδόν ανέκφραστο προσωπείο και την ατσαλένια σωματική κατατομή, να φανεί για πρώτη φορά ένας πραγματικός χαρακτήρας. Ο Μποντ του βρίσκεται πολύ κοντά στο ψυχρό, κυνικό μοντέλο που είχε οραματιστεί ο Ίαν Φλέμινγκ, ταυτόχρονα όμως μας αποκαλύπτεται ως ένας δραματικός ήρωας που συνειδητοποιεί σταδιακά ότι για να περάσει στα εδάφη του μύθου θα πρέπει προηγουμένως να θυσιάσει κάθε ανθρώπινη ιδιότητά του.
Κάπως έτσι, το εξαιρετικό φινάλε της ταινίας δεν προσφέρει κατακλείδα σε μια ακόμη κεφάτη υπερπεριπέτεια του δημοφιλούς κατασκόπου. Γίνεται δήλωση μιας χειρονομίας πλήρους αυταπάρνησης, κατά την οποία ο ήρωας συνθλίβει κάθε γήινη υπόσταση για να εγείρει πάνω της ένα αμοραλιστικό είδωλο, μια αλάνθαστη μηχανή που σκοτώνει. Αυτό που δευτερόλεπτα πριν τους τίτλους του τέλους θα μας συστηθεί μια για πάντα ως «Μποντ…Τζέιμς Μποντ!».
Ο Τζέιμς Μποντ και η Βέσπερ Λιντ (Εύα Γκριν) διαλέγουν το κατάλληλο βραδυνό ένδυμα
3. Η Κατάσκοπος που μ' Αγάπησε (The Spy Who Loved Me, 1977)
του Λιούις Γκίλμπερτ
BOX OFFICE: 185,4 εκατομμύρια δολάρια
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΙΤΛΩΝ: Κάρλι Σάιμον («Nobody Does it Better»)
Για πρώτη φορά μετά από δυο ταινίες, ο Ρότζερ Μουρ αποκτά επιτέλους την επιθυμητή άνεση με τον ρόλο, αυτή που τον απομακρύνει από το μοντέλο που είχε επιβάλλει ο Σον Κόνερι, επιτρέποντάς του να παίξει με την περσόνα του Τζέιμς Μποντ και να την επανεφεύρει με έναν πιο ανάλαφρο, αυτοσαρκαστικό και ταυτόχρονα ελκυστικό τρόπο.
Τον βοηθά οπωσδήποτε το υλικό με το οποίο δουλεύει εδώ: ένα παιχνιδιάρικο και ευφάνταστο φιλμ με κόμικ λογική και με βάση του ένα απολαυστικό σενάριο το οποίο βάζει τον ήρωά μας να συμμαχήσει με μια ρωσίδα πράκτορα, η οποία μέχρι πρότινος ήταν ορκισμένη εχθρός του (η Μπάρμπαρα Μπαχ-ένα από τα ωραιότερα και πιο μεστά θηλυκά αντισταθμίσματα στον Μποντ).
Μαζί θα αναχαιτίσουν τα σχέδια ενός ακόμη μεγαλομανούς κακοποιού (ένας εγκρατής Κουρτ Γιούργκενς), θα προσπαθήσουν να σωθούν από τις φονικές δαγκωματιές του θηριώδους Σαγόνια (ο ύψους 2 μέτρων και 30 εκατοστών Ρίτσαρντ Κιλ) και θα εμπλακούν σε ένα στόρι που ταιριάζει τον ρομαντισμό, την δράση και το χιούμορ με τρόπο ακαταμάχητο.
Όχι απλώς η καλύτερη ταινία Μποντ από ολόκληρη την περίοδο Μουρ, αλλά και μια από τις κορυφαίες της σειράς, η «Κατάσκοπος που μ' Αγάπησε» επρόκειτο αρχικά να σκηνοθετηθεί από τον Στίβεν Σπίλμπεργκ, κάτι που πιθανόν να είχε συμβεί αν ο νεαρός τότε δημιουργός δεν ήταν απασχολημένος με το να ολοκληρώνει τα «Σαγόνια του Καρχαρία».
Η καταδίωξη στο χιόνι, το περιβόητο άλμα στο κενό, μια από τις πιο κλασικές σκηνές ταινίας Μποντ
2. Από τη Ρωσία με Αγάπη (From Russia With Love, 1963)
του Τέρενς Γιάνγκ
BOX OFFICE: 78, 9 εκατομμύρια δολάρια
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΙΤΛΩΝ: Ματ Μονρό
Ο Ίαν Φλέμινγκ θα έπρεπε να είναι περήφανος βλέποντας πόσο δεξιοτεχνικά χειρίστηκε το μυθιστορηματικό υλικό του ο σκηνοθέτης της ταινίας, Τέρενς Γιάνγκ. Με μια σφιχτοδεμένη ίντριγκα, αξέχαστες φιγούρες κακού όπως η Λότε Λένια (σύζυγος του Κουρτ Βάιλ στη ζωή) και ο Ρόμπερτ Σο-υπηρέτες και οι δυο της εγκληματικής οργάνωσης ΦΑΣΜΑ, προσεγμένους δευτερεύοντες χαρακτήρες, καλογραμμένο σενάριο και μαεστρικές σεκάνς δράσης, το πιο φειδωλό σε εύκολες εντυπώσεις φιλμ της σειράς αποτελεί παρ' όλα αυτά ένα μάθημα οικονομίας, εγκράτειας και ατμόσφαιρας.
Ακόμη περαιτέρω διατηρεί το αυθεντικό κλίμα κατασκοπείας των σελίδων του Φλέμινγκ, αποτελεί μια έξοχη ψυχαγωγική περιπέτεια, φανερώνει μέτρο και εξυπνάδα, είναι εξοπλισμένο με ίντριγκα και σασπένς και συνοψίζει ιδανικά στο πρόσωπο του Σον Κόνερι το μοντέλο ενός κυνικού, ριψοκίνδυνου και απαράμιλλα γοητευτικού ήρωα.
Ο Τζον Μπάρι κάνει την εναρκτήρια εμφάνισή στην καρέκλα του μουσικοσυνθέτη, το θρυλικό μοτίβο του Μποντ ακούγεται για πρώτη φορά στους τίτλους αρχής, ο Ντέσμοντ Λουέλιν αναλαμβάνει καθήκοντα ως Q και γίνεται ένας από τους πιο διαχρονικά προσφιλείς δεύτερους χαρακτήρες της σειράς και ο Φλέμινγκ δίνει τις ευχές του στον πρωταγωνιστή και τους δημιουργούς του φιλμ, δηλώνοντας απολύτως ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα.
Τζέιμς Μποντ εναντίον Ρεντ Γκραντ (Ρόμπερτ Σο) στην θρυλική συμπλοκή μέσα στο τρένο
1. Χρυσοδάκτυλος (Goldfinger, 1964)
του Γκάι Χάμιλτον
BOX OFFICE: 124, 9 εκατομμύρια δολάρια
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΙΤΛΩΝ: Σίρλεϊ Μπάσεϊ
Η αστραφτερή Αστον Μάρτιν.
Η γυναίκα με το όνομα Pussy Galore.
Ενα γυμνό θηλυκό κορμί βουτηγμένο σε χρυσάφι.
Ο Γκερτ Φρέμπε ως θανατηφόρα cool αντίπαλος.
Ο απαράμιλλος συνδυασμός κοσμοπολίτικης περιπέτειας, κατασκοπικής δράσης και πνευματώδους σεναρίου.
Ο Σον Κόνερι πιο ακαταμάχητος Μποντ από ποτέ.
Η Σίρλεϊ Μπάσεϊ και η λουσάτη φωνή της στο τραγούδι τίτλων.
Το χιούμορ που γίνεται απαραίτητη προσθήκη σε ένα κινηματογραφικό κοκτέιλ που σερβίρεται πάντοτε «shaken, not stirred»…
Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να μνημονεύει κανείς αυτή την ταινία και πάμπολλες αξέχαστες σκηνές πάνω στις οποίες στήριξε ο «Χρυσοδάκτυλος» την διαχρονική του γοητεία. Μπορεί στα μάτια πολλών σημερινών θεατών να μοιάζει ίσως ξεπερασμένος, κυρίως σε επίπεδο θεάματος και τεχνολογικών εντυπωσιασμών. Όπως η έξοχη μηχανή στα ατσάλινα σπλάχνα της σπινταριστής Αστον Μάρτιν που οδηγεί ο ήρωας, ωστόσο, έτσι και ο σκελετός της ταινίας στηρίζεται πάνω σε έναν αλάνθαστο μηχανισμό ψυχαγωγίας.
Με όλα του τα συστατικά στην σωστή θέση και στις πιο επιθυμητές δόσεις, ο «Χρυσοδάκτυλος» εισάγει στη σειρά έναν παράγοντα γρήγορων και έντονων συγκινήσεων και δίνει στη μυθολογία μερικές βασικές θεματικές και στυλιστικές κατευθυντήριες οι οποίες έμελλε να αποτελέσουν σημείο αναφοράς και μοντέλο μίμησης για κάθε επόμενο φιλμ.
Ασχέτως αν αποτελεί αδιαπραγμάτευτα την καλύτερη ταινία όλης της σειράς (η θέση αυτή μπορούσε κάλλιστα να ανήκει στο «Από την Ρωσία με Αγάπη»), η δημοφιλής δημιουργία του Γκάι Χάμιλτον στέκει μέχρι σήμερα ως το απόλυτο αρχέτυπο πάνω στο οποίο χτίστηκε και καλλιεργήθηκε η μετέπειτα κινηματογραφική saga του Τζέιμς Μποντ.
«-Περιμένεις να μιλήσω; -Όχι κύριε Μποντ, περιμένω να πεθάνεις!»


50 χρόνια Τζέιμς Μποντ: Από την χειρότερη στην καλύτερη ταινία! (μέρος 3ο και τελευταίο) | θεματα , αφιερωματα | ΣΙΝΕΜΑ